Κώδικας Δεοντολογίας

ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ

ΨΗΦΙΣΤΗΚΕ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ

ΤΗΝ 30/06/2007

Α) ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ

Β) ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Γ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΥΝΔΙΑΛΛΑΓΗΣ

Δ) Η ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Ε) ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

Α. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ

 

1. ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΙ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ

1.1 Στον Κώδικα Δεοντολογίας υπάγονται υποχρεωτικά όλα τα Μέλη της Ένωσης, τακτικά, αρωγά, ή επίτιμα. Επίσης μπορούν να προσφεύγουν στα όργανα της ΕΙΔΙΕ και να επικαλούνται τον Κώδικα Δεοντολογίας όσοι δεν ανήκουν στα Μέλη του και δεν έχουν δικαίωμα εγγραφής σε αυτόν βάση του καταστατικού.

1.2 Ο Κώδικας Δεοντολογίας εφαρμόζεται, όχι μόνο από τα Μέλη της Ένωσης, αλλά και τους διοικούντες, τους υπαλλήλους ή τους συνεργάτες τους με οποιανδήποτε ιδιότητα και αν συνεργάζονται με το Μέλος.

1.3 Όπου στον Κώδικα Δεοντολογίας αναφέρεται το “Μέλος” εννοείται οποιοσδήποτε εμπίπτει στο πεδίο Εφαρμογής του Κώδικα κατά τις προηγούμενες παραγράφους.

2. ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ

2.1 Ο Κώδικας Δεοντολογίας εφαρμόζεται στις σχέσεις των Μελών μεταξύ τους, όπως και στις σχέσεις τους με τους φορείς και τους λοιπούς κλάδους του χώρου.

3. ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ

3.1 Οι κανόνες του Κώδικα Δεοντολογίας ερμηνεύονται σύμφωνα με τα κρατούντα Χρηστά Συναλλακτικά Ήθη και τις προγενέστερες αποφάσεις των αρμοδίων Οργάνων της Ένωσης.

3.2 Η ερμηνεία του Κώδικα και η εφαρμογή του δεν μπορεί να γίνεται με τρόπο που να αντιβαίνει τους Νόμους του Κράτους ούτε να παραβιάζει τις αρχές της ισότητας των Μελών.

3.3 Η απαρίθμηση των κατ’ ιδίαν περιπτώσεων πειθαρχικού παραπτώματος δεν είναι περιοριστική αφού πάντοτε ισχύει ο Κανόνας του άρθρου 22.α. του Καταστατικού.

4. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ

4.1 Ισότητα των μερών

Όλοι οι υποκείμενοι στον Κώδικα Δεοντολογίας δικαιούνται ισότιμης μεταχείρισης, ασχέτως οικονομικού μεγέθους και δυνατοτήτων, από τα Όργανα της Ένωσης και τα Μέλη. Ο κανόνας αυτός δεν επηρεάζει την υποχρέωση των Μελών να συνεισφέρουν στην Ένωση ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνατότητες, όπως καθιερώνονται κάθε φορά, με βάση γενικά και ισότιμα εφαρμοζόμενα κριτήρια.

4.2 Ευθύτητα και Εντιμότητα στις συναλλαγές.

Τα Μέλη της Ένωσης, κατά την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων τους, οφείλουν να σέβονται τους Νόμους του Κράτους και να αποφεύγουν μεθόδους, οι οποίες είναι αντίθετες προς τα Χρηστά Συναλλακτικά Ήθη και μπορούν να προκαλέσουν αδικαιολόγητη υποβάθμιση του Κλάδου ή να θέσουν αδικαιολόγητα σε κίνδυνο τα θεμιτά επαγγελματικά συμφέροντα των μελών και του κλάδου.

 

 

Β. ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ

 

5. ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΙΔΙΕ

5.1 Τα Μέλη οφείλουν να σέβονται τις αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης, του Διοικητικού Συμβουλίου και των λοιπών Καταστατικών Οργάνων της Ένωσης και να συμμορφώνονται απροφασίστως προς αυτές.

5.2 Τα Μέλη σε κάθε περίπτωση οφείλουν να εκπληρώνουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις προς την Ένωση, αλλιώς, πέραν των άλλων συνεπειών, στερούνται του δικαιώματος να προσφεύγουν στα Όργανα της.

5.3 Τα Μέλη της Ένωσης οφείλουν να βρίσκονται σε τακτική επικοινωνία με την Ένωση, φροντίζοντας να πληροφορούνται τη δραστηριότητά της, να συμμετέχουν στις Γενικές Συνελεύσεις και τα Όργανα και να ενισχύουν τις εκδηλώσεις της, είτε με την παρουσία τους, είτε με την προσφορά μέσων ή υπηρεσιών, εφ’ όσον πρόκειται για κοινωνική προσφορά μέσω της Ένωσης.

5.4 Τα Μέλη της Ένωσης έχουν υποχρέωση να φροντίζουν να στελεχώνουν τις Επιτροπές και Ομάδες Εργασίας της, να επιτελέσουν το έργο που τους ανατίθεται και να φροντίζουν να έχουν τακτική παρουσία στις συνεδριάσεις τους.

5.5 Η ανάληψη οποιουδήποτε αξιώματος στο Δ.Σ. τα Όργανα, τις Επιτροπές και Ομάδες Εργασίας της Ένωσης είναι τιμητική και δε δικαιολογεί αμοιβή, πλην τυχόν εξόδων τα οποία προεγκρίνονται κατά περίπτωση και καταβάλλονται βάσει νομίμων αποδείξεων.

5.6 Η ανάληψη οποιουδήποτε έργου για λογαριασμό του Συνδέσμου, εφ’ όσον γίνεται με αμοιβή, δεν επιτρέπεται να υπερβεί την προεγκριθείσα δαπάνη, πρέπει δε να εκτελείται εντός των συμφωνημένων προθεσμιών και με τον τεχνικά και επιστημονικά πλέον ενδεδειγμένο τρόπο.

5.7 Τα Μέλη έχουν την υποχρέωση να γνωστοποιούν προς το Δ.Σ. και τα αρμόδια Όργανα της Ένωσης οποιαδήποτε πληροφορία τους περιέρχεται και αφορά τα ευρύτερα συμφέροντα της Ένωσης ή των Μελών και να εφοδιάζουν τις Επιτροπές ή τις Ομάδες Εργασίας με χρήσιμο υλικό ή πληροφορίες για τις εργασίες τους.

5.8 Τα Μέλη έχουν την υποχρέωση να συμπεριφέρονται κατά τρόπο, που να μην εκθέτει την Ένωση, τα Όργανα και τους Συνεργάτες της ή τα λοιπά Μέλη σε δυσμενή σχόλια και να σέβονται και να υποστηρίζουν τις προσωπικές προσπάθειες, που καταβάλλονται προς όφελος του Κλάδου.

5.9 Τα Μέλη δεν έχουν δικαίωμα να δηλώσουν ότι εκπροσωπούν την Ένωση ή να ενεργούν για λογαριασμό του, εφ’ όσον δεν τους έχει δοθεί η σχετική εξουσιοδότηση ή δεν το δικαιολογεί το αξίωμα, που τυχόν κατέχουν και πολύ περισσότερο να αναλαμβάνουν υποχρεώσεις οι οποίες δεν έχουν εγκριθεί από τα αρμόδια όργανα ή δεν είναι δυνατόν να εκπληρωθούν από την Ένωση.

 

6. ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ

6.1 Τα Μέλη οφείλουν να επιδεικνύουν πνεύμα αμοιβαίας εκτιμήσεως και υγιούς ανταγωνισμού στις σχέσεις τους με τα άλλα Μέλη της Ένωσης.

6.2 Τα Μέλη οφείλουν να φροντίζουν για την ανάπτυξη του θεσμού της Ιδιοκτησίας και τη διάδοση του σε μεγαλύτερα στρώματα της κοινωνίας.

 

7. ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΠΡΟΣ ΤΡΙΤΟΥΣ

7.1 Τα Μέλη οφείλουν να σέβονται τους εποπτεύοντες θεσμικούς φορείς του χώρου και να τηρούν τους εκάστοτε ισχύοντες κανόνες και διατάξεις, που διέπουν το συνολικό σύστημα των Ιπποδρομιών.

7.2 Επίσης, οφείλουν να σέβονται όλους τους άλλους επαγγελματικούς κλάδους που δραστηριοποιούνται στο χώρο και να τηρούν τις τυχόν υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει έναντι αυτών.

7.3. Τα μέλη μπορούν να ελεγχθούν πειθαρχικά εάν τυχόν εκδηλώσουν δημόσια, με έργα ή λόγια, στους χώρους του Ιπποδρόμου ή και αλλού, συμπεριφορά ασυμβίβαστη με την αξιοπρέπεια, το ήθος και τις υποχρεώσεις του μέλους της Ένωσης ως ιδιοκτήτη δρόμωνα ίππου και εν γένει εκθέσει το γόητρο της Ένωσης, τα καλώς εννοούμενα συμφέροντά της και τους σκοπούς της.

Γ. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΥΝΔΙΑΛΛΑΓΗΣ.

 

8. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΥΝΔΙΑΛΛΑΓΗΣ. ΦΙΛΙΚΗ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

8.1 Εαν οι ενδιαφερόμενοι, το Δ.Σ. ή η Πειθαρχική Επιτροπή κρίνουν αναγκαίο, προ πάσης άλλης διαδικασίας, μπορούν, με την σύμφωνη γνώμη των εμπλεκομένων μερών, να υπάγουν την διαφορά στην διαδικασία της Συνδιαλλαγής.

8.2 Ως υπεύθυνος της Συνδιαλλαγής (Μεσολαβητής) μπορεί να ορισθεί πρόσωπο κοινής εμπιστοσύνης προερχόμενο από τα Μέλη - πλην των Μελών της Πειθαρχικής Επιτροπής - είτε από τα επαγγελματικά στελέχη του Συνδέσμου.

8.3 Οι συναντήσεις των ενδιαφερομένων μερών για την εκλογή Μεσολαβητή, γίνονται σε τόπο, που θα αποφασίσουν από κοινού ή σε περίπτωση διαφωνίας στα Γραφεία του Συνδέσμου υπό την εποπτεία μέλους του Δ.Σ., που ορίζεται με σχετική απόφαση του Δ.Σ.

8.4 Με αιτιολογημένη απόφαση, το Δ.Σ. μπορεί να θεσπίσει καταβολή παράβολου, το οποίο θα καταθέτουν στην Ένωση μαζί με την προσφυγή οι προσφεύγοντες.

8.5 Με την επιλογή του Μεσολαβητή αρχίζει η διαδικασία φιλικής Συνδιαλλαγής, οι κανόνες της οποίας, όπως και η χρονική της διάρκεια, ορίζονται με κοινή απόφαση των μερών (ενδιαφερομένων και Μεσολαβητή), ή σε περίπτωση διαφωνίας, με απόφαση του Μεσολαβητή.

8.6 Η κλήση των μερών για φιλική διευθέτηση γίνεται με πρωτοβουλία του Μεσολαβητή, που μπορεί να προσλάβει και Γραμματέα, από τα επαγγελματικά στελέχη του Συνδέσμου, με απόφασή του.

8.7 Για την διαδικασία αυτή δεν είναι απαραίτητο να τηρούνται πρακτικά, εκτός αν το αποφασίσουν τα μέρη, οπότε το υλικό της διαδικασίας αυτής μπορεί να αποτελέσει και μέρος της πειθαρχικής διαδικασίας.

8.8 Η διαδικασία αυτή περατώνεται με τη συνυπογραφή σχετικού πρακτικού, το οποίο περατώνει την διαδικασία είτε με την διευθέτηση της διαφοράς, είτε με την βεβαίωση του Μεσολαβητή ότι δεν επετεύχθη συμβιβασμός, οπότε η υπόθεση παραπέμπεται στο Δ.Σ. μαζί με το τυχόν αποδεικτικό υλικό.

 

Δ. Η ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

9. ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ

9.1 Οι Πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται ανάλογα με την σοβαρότητα της παράβασης είναι με την σειρά οι ακόλουθες:

α) Εγγραφη επίπληξη.

β) Χρηματικό Πρόστιμο .

γ) Προσωρινή στέρηση της ιδιότητας του Μέλους του Συνδέσμου, από 10 ημέρες μέχρι 1 χρόνο.

δ) Οριστική διαγραφή.

9.2 Εάν κριθεί αναγκαίο μπορεί να επιβληθεί στον πειθαρχικά ελεγχόμενο και πρόσθετη ποινή ή συνδυασμός των παραπάνω. Κατά την κρίση της, η Πειθαρχική Επιτροπή μπορεί να αρκεσθεί σε μόνη την υποχρέωση επιβολής άλλης ενέργειας, π.χ. επανορθωτικής επιστολής προς τον εγκαλούντα ή αδικηθέντα.

9.3 Οι επιβαλλόμενες πειθαρχικές ποινές γνωστοποιούνται περιληπτικά (το διατακτικό τους) στο Δελτίο του Συνδέσμου, προς τα μέλη του και τους εμπλεκόμενους φορείς, η/και με την έκδοση Δελτίου Τύπου.

 

10. Η ΚΥΡΙΩΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

10.1 Με την επιφύλαξη των περί Συνδιαλλαγής διατάξεων του Κανονισμού (άρθρο 9), η πειθαρχική διαδικασία κινείται με έγγραφη έγκληση του καταγγέλλοντος, ο οποίος θα πρέπει να συνυποβάλει και γνωστοποιήσει στην Πειθαρχική Επιτροπή, με κοινοποίηση προς το Διοικητικό Συμβούλιο, οποιαδήποτε στοιχεία ή μάρτυρες έχει στη διάθεση του για την απόδειξη των καταγγελιών του. Πειθαρχική διαδικασία μπορεί να κινηθεί και από το Δ.Σ., εφ όσον πληροφορηθεί την τέλεση πειθαρχικού αδικήματος.

10.2 Με την επιφύλαξη των περί Συνδιαλλαγής διατάξεων του Κανονισμού αυτού, το Δ.Σ. διαβιβάζει την έγκληση στην Πειθαρχική Επιτροπή, με απόφαση του που λαμβάνεται στην πρώτη μετά την υποβολή της πειθαρχικής εγκλήσεως Συνεδρίασή του, εάν μεσολαβούν τουλάχιστον τρεις (3) eργάσιμες ημέρες, μέχρι τη συνεδρίαση του.

10.3 Η Πειθαρχική Επιτροπή όταν παραλάβει την καταγγελία οφείλει να συνέλθει εντός (10) εργασίμων ημερών και να εκλέξει ένα Εισηγητή από τα Μέλη της και τον Γραμματέα της για την συγκεκριμένη υπόθεση, από τα επαγγελματικά στελέχη του ΣΕΠΕ. Η συνολική διαδικασία οφείλει να ολοκληρωθεί εντός δύο (2) μηνών.

10.4 Στη συνέχεια καλείται ο εγκαλούμενος με έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία περιλαμβάνεται και η ειδοποίηση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή τηλεομοιοτυπίας (Φαξ), από την οποία να προκύπτει με ακρίβεια η παραλαβή από τα ενδιαφερόμενα μέρη της σχετικής προσκλήσεως, που υπογράφει ο Πρόεδρος της Πειθαρχικής Επιτροπής.

10.5 Η πρόσκληση περιέχει συνοπτικά την υπόθεση, το όνομα του Εισηγητή και του Γραμματέα και υπενθύμιση ότι οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να λάβουν γνώση του φακέλου καθώς και αντίγραφά του.

10.6 Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις το Μέλος που διώκεται πειθαρχικά καλείται από την Πειθαρχική Επιτροπή του Συνδέσμου σε απολογία μέσα σε είκοσι (20) ημερολογιακές ημέρες από την έγγραφη ανακοίνωση σ’ αυτό της πειθαρχικής δίωξης.

10.7 Η απολογία μπορεί να περιλαμβάνει την παροχή εγγράφων στοιχείων και την πρόταση εξετάσεως μαρτύρων καθώς και έγγραφες διευκρινίσεις που παρέχει ο εγκαλούμενος.

10.8 Η μη προσέλευση του πειθαρχικά διωκόμενου μέλους για απολογία του στην ορισμένη συνεδρίαση της Πειθαρχικής Επιτροπής ή η μη υποβολή έγγραφης απολογίας μέχρι την ίδια μέρα ή η μη συμμετοχή του στην διαδικασία, δεν εμποδίζει την Πειθαρχική Επιτροπή να εξετάσει την παράβαση και να επιβάλει την ανάλογη ποινή, απουσία του.

10.9 Κατά την κρίση της Πειθαρχικής Επιτροπής μπορούν να εξετασθούν μάρτυρες ο αριθμός των οποίων καθορίζεται στην σχετική απόφαση σε μία ή περισσότερες συνεδρίες της ή ενώπιον του Εισηγητή με την παρουσία Γραμματέα.

10.10 Για την διαδικασία ανοίγεται φάκελος ο οποίος περιλαμβάνει όλη τη σχετική αλληλογραφία, το αποδεικτικό υλικό και τις αποφάσεις της Επιτροπής και ο οποίος είναι απόρρητος, για όλα τα υπόλοιπα Μέλη του Συνδέσμου. Οι φάκελοι μπορούν να καταστραφούν μετά πενταετία από την περάτωση της διαδικασίας και την έκδοση απόφασης, με απόφαση του Δ.Σ.

10.11 Τα πρακτικά της Πειθαρχικής Επιτροπής μπορούν να είναι είτε συνοπτικά είτε αναλυτικά (στενογραφημένα ή απομαγνητοφωνημένα), οπότε με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων μερών και με δαπάνες τους ή με απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής καταλογίζονται και οι δαπάνες.

10.12 Η διαδικασία διεξάγεται, είτε στα Γραφεία της Ένωσης, είτε σε άλλο πρόσφορο τόπο, με σχετική απόφαση της Επιτροπής.

10.13 Οι διάδικοι πρέπει να έχουν την δυνατότητα να αναπτύξουν τα επιχειρήματά τους και ο εγκαλούμενος δικαιούται να λάβει τελευταίος το λόγο, είτε πρόκειται για την έκδοση απόφασης επί της ουσίας, είτε για τον καταλογισμό πειθαρχικής ποινής. Δικαιούνται να παρίστανται με ειδικά εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο ή με ειδικά εξουσιοδοτημένο Δικηγόρο.

10.14 Με απόφαση της Πειθαρχικής επιτροπής μπορεί να επιτρέπεται η παρέμβαση τρίτων - μελών του Συνδέσμου, οι οποίοι αποδεικνύουν έννομο συμφέρον για την έκβαση της διαδικασίας.

10.15 Τα μέρη μπορούν κατά την κρίση τους να χρησιμοποιήσουν κάθε είδους συμβούλους.

10.16 Η Πειθαρχική Επιτροπή μπορεί να διορίζει πραγματογνώμονες, είτε να λαμβάνει γνώμες εξειδικευμένων συμβούλων, είτε να προσλαμβάνει ανεξάρτητο σύμβουλο, ανάλογα με τις ανάγκες της διαδικασίας. Με την ίδια απόφαση ή με την οριστική της απόφαση μπορεί να καταλογίζει και την σχετική δαπάνη.

10.17 Η Πειθαρχική Επιτροπή συντίθεται από τα εκλεγμένα τακτικά ή αναπληρωματικά Μέλη. Η σύνθεση, η οποία επελήφθη της υπόθεσης οφείλει να εκδώσει και την οριστική απόφαση. Εφ’ όσον συντρέχει σπουδαίος λόγος αντικατάστασης (παραίτηση, ασυμβίβαστο κ.λ.π.) μέλους της Επιτροπής ή και όλη η επιτροπή μπορεί να αντικατασταθεί από άλλο μέλος ή μέλη. Η αντικατάσταση είναι οριστική και η διαδικασία δε διακόπτεται, εκτός εάν είναι ανέφικτη η πρόοδος της. Εάν υπάρχει λόγος (π.χ. πληθώρα υποθέσεων ή απασχόληση μέλους) στην Πειθαρχική επιτροπή καλούνται τα αναπληρωματικά μέλη της κατά σειρά εκλογής.

10.18 Κανένα Μέλος της Επιτροπής δεν μπορεί να εκδικάσει υπόθεση που τον αφορά προσωπικά ή ως συνδεόμενο με εμπλεκόμενο στην διαδικασία Μέλος.

10.19 Μέλος της Πειθαρχικής Επιτροπής που καταδικάζεται τελεσίδικα πειθαρχικά εκπίπτει αυτοδικαίως του αξιώματός του.

10.20 Δεν μπορεί να επιβληθεί δεύτερη ποινή για το αυτό αδίκημα.

 

11. Η ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

11.1 Οι αποφάσεις διακρίνονται σε παρεμπίπτουσες και οριστικές. Οι παρεμπίπτουσες αποφαίνονται για συγκεκριμένα θέματα που κρίνονται κατά την διάρκεια της διαδικασίας, οριστικές είναι αυτές που περατώνουν την πειθαρχική διαδικασία.

11.2 Οι παρεμπίπτουσες αποφάσεις καταχωρούνται στα πρακτικά. Οι οριστικές αποφάσεις καταχωρούνται σε ειδικό βιβλίο, που υπογράφει ο Πρόεδρος της Πειθαρχικής Επιτροπής και διατηρούνται σε πρωτότυπο εσαεί. Αντίγραφο της αποφάσεως μπορούν να λάβουν μόνο τα εμπλεκόμενα μέρη.

11.3 Η εκδιδόμενη απόφαση κοινοποιείται στους ενδιαφερομένους προφορικά σε ειδική συνεδρίαση της Επιτροπής, με προηγούμενη κλήση των ενδιαφερομένων μερών προ τριών (3) τουλάχιστον εργάσιμων ημερών. Το κείμενο της απόφασης, που περιλαμβάνει συνοπτικό ιστορικό της υπόθεσης, περιγραφή της διαδικασίας και το διατακτικό της γνωστοποιείται σε όλους τους εμπλεκομένους και στο Δ.Σ. μετά την πάροδο των προθεσμιών του άρθρου 11.4 του παρόντος.

11.4 Η απόφαση πρέπει να περιλαμβάνει επαρκείς αιτιολογίες για την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και την επιβολή της ποινής ή την απαλλαγή του εγκαλούμενου, φέρει δε στο πρωτότυπο τις υπογραφές των μελών της Πειθαρχικής Επιτροπής και του Γραμματέα. Το αντίγραφο, που κοινοποιείται στους αποδέκτες κατά τα παραπάνω, υπογράφεται από τον Πρόεδρο και το Γραμματέα της.

11.5 Η προσφυγή ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης για την άρση, μείωση ή επαύξηση της ποινής, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22.β.ΙΙ του Καταστατικού δεν αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης.

11.6 Ως πρώτη επόμενη Γενική Συνέλευση, κατά την έννοια του άρθρου 22.β παρ. ΙΙ του Καταστατικού, θεωρείται αυτή κατά την οποία μπορεί να περιληφθεί στην Πρόσκληση του Δ.Σ. το σχετικό θέμα και η οποία αποφασίζει για την άρση, μείωση ή αύξηση της ποινής που επιβάλλεται με πλειοψηφία των 2/3 των παρόντων Μελών.

11.7 Οι προθεσμίες υπολογίζονται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

11.8 Η καταβολή τυχόν προστίμου πραγματοποιείται αμέσως, με την είσπραξη του από τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΟΔΙΕ και αντίστοιχη ισόποση χρέωση της καρτέλας του μέλους.

11.9 Επίσης πρόσθετη ποινή μπορεί να επιβληθεί σε περίπτωση που, το πειθαρχικά ελεγχόμενο Μέλος, αρνηθεί να συμμορφωθεί προς την επιβληθείσα ποινή ή διορισθείσα ενέργεια.

11.10 Εάν υπάρχουν λόγοι, που δικαιολογούν την ανάκληση της απόφασης και δεν ήσαν γνωστοί κατά τον χρόνο εκδίκασης της, τα εμπλεκόμενα Μέλη δικαιούνται να ζητήσουν από την Πειθαρχική Επιτροπή με κοινοποίηση προς το Δ.Σ. την επανάκριση της υπόθεσης. Η πειθαρχική Επιτροπή αποφασίζει για την τύχη της αίτησης με βάση τα πρόσθετα στοιχεία, που υποβλήθηκαν.

Ε. ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

12.1 Ο Κανονισμός αυτός μπορεί να τροποποιηθεί ή να συμπληρωθεί μόνον με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης.

12.2 Η ισχύς του αρχίζει δέκα (10) ημερολογιακές ημέρες μετά την ψήφιση του και καταλαμβάνει και τυχόν εκκρεμείς υποθέσεις.